Μετάφραση του "Gehorsam" σε Ελληνικά

Οι ευπείθεια, υπακοή, υποταγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Gehorsam" σε Ελληνικά.

Gehorsam noun masculine γραμματική

eines Untertanen

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευπείθεια

    Doch ihre wahre Schönheit bestand darin, daß sie bescheiden, unterwürfig, gehorsam und nicht habgierig war (Esther 2:13, 15-17).

    Ωστόσο, αυτά που την έκαναν αληθινά όμορφη ήταν η σεμνότητα, η υποτακτικότητα, η ευπείθεια και η έλλειψη πλεονεξίας που τη χαρακτήριζαν.

  • υπακοή

    noun feminine

    Starker, vorauseilender Gehorsam ist alles andere als schwach oder passiv.

    Η ισχυρή, προληπτική υπακοή δεν είναι καθόλου αδύναμη ή παθητική.

  • υποταγή

    Ich kann dir diese Unterwürfigkeit und diesen Gehorsam nicht bieten.

    Δε θα σου προσφέρω ποτέ τέτοια υποταγή κι υπακοή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Gehorsam " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

gehorsam adjective γραμματική

lieb (Kindersprache)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπάκουος

    adjective masculine

    Vielleicht ist er heute nicht mehr der gehorsame Sohn der er früher war.

    Ίσως να μην είναι ο υπάκουος γιος, που συνήθιζε να είναι.

Φράσεις παρόμοιες με "Gehorsam" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Gehorsam" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη