Μετάφραση του "Gehweg" σε Ελληνικά
Οι πεζοδρόμιο, Πεζοδρόμιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Gehweg" σε Ελληνικά.
Gehweg
noun
Noun
masculine
γραμματική
Gehbahn (fachsprachlich) [..]
-
πεζοδρόμιο
noun neuterEin gepflasterter Fußweg neben einer Straße zur Benutzung durch Fußgänger.
Bleib auf dem Gehweg, dann überfährt dich kein Bus.
Μείνε στο πεζοδρόμιο και δεν θα χτυπηθείς από λεωφορείο.
-
Πεζοδρόμιο
Verkehrsfläche für Fußgänger entlang einer Straße
Bleib auf dem Gehweg, dann überfährt dich kein Bus.
Μείνε στο πεζοδρόμιο και δεν θα χτυπηθείς από λεωφορείο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Gehweg " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Gehweg"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη