Μετάφραση του "Geldgeber" σε Ελληνικά

Το χρηματοδότης είναι η μετάφραση του "Geldgeber" σε Ελληνικά.

Geldgeber noun masculine γραμματική

Kreditor (fachsprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρηματοδότης

    noun

    Όνομα του φυσικού προσώπου ή της υπηρεσίας που χρηματοδοτεί το έργο

    Nein, du hast einen sehr nervösen Geldgeber.

    Όχι, αυτό που έχεις είναι ένας νευρικός χρηματοδότης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Geldgeber " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Geldgeber" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη