Μετάφραση του "Geldmittel" σε Ελληνικά

Οι ταμείο χρηματοδότησης, χρηματοπιστωτικό ταμείο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Geldmittel" σε Ελληνικά.

Geldmittel noun γραμματική

Die Summe der Forderungen, der Bankeinlagen, der Güter und der Titel, welche die Flüssigkeit eines Unternehmens darstellen und welche leicht in Bargeld umgewandelt werden können.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ταμείο χρηματοδότησης

  • χρηματοπιστωτικό ταμείο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Geldmittel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Geldmittel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη