Μετάφραση του "Gelenk" σε Ελληνικά

Οι άρθρωση, κλείδωση, αρμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Gelenk" σε Ελληνικά.

Gelenk noun neuter γραμματική

Körperteil an dem zwei Knochen aufeinander treffen.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άρθρωση

    noun feminine

    Körperteil an dem zwei Knochen aufeinander treffen.

    Die beiden Seiten treffen sich am Gelenk im Knochen.

    Οι δύο πλευρές συναντιούνται σε μια άρθρωση στο κόκκαλο.

  • κλείδωση

    noun feminine

    Körperteil an dem zwei Knochen aufeinander treffen.

  • αρμός

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άρθρο
    • Άρθρωση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Gelenk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Gelenk"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Gelenk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη