Μετάφραση του "Gerade" σε Ελληνικά

Οι ευθεία, γραμμή, ντιρέκτ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Gerade" σε Ελληνικά.

Gerade noun feminine γραμματική

einer Rennstrecke [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευθεία

    noun feminine

    Er hat eine Gerade mit seinem Bleistift gezeichnet.

    Αυτός σχεδίασε με το μολύβι του μιά ευθεία.

  • γραμμή

    noun feminine

    Die direkteste Verbindung zwischen 2 Punkten ist eine Gerade.

    Η κοντινότερη απόσταση μεταξύ δύο σημείων είναι η ευθεία γραμμή.

  • ντιρέκτ

  • Γραμμή

    gerade, unendlich lange, unendlich dünne und in beide Richtungen unbegrenzte Linie

    Anhand der auf den drei Linien bestimmten Wendepunkte wird eine Gerade konstruiert.

    Τα σημεία καμπής που βρίσκονται στις τρεις γραμμές θα χρησιμοποιηθούν για να σχηματιστεί μια ευθεία γραμμή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Gerade " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

gerade adjective adverb γραμματική

schlechthin (gehoben) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μόλις

    adverb

    Ich bin gerade erst heimgekommen.

    Εγώ μόλις ήρθα στο σπίτι.

  • ίσιος

    adjective masculine

    Die Grenze, die sie bewandert haben, war gerade.

    Ο δρόμος που βάδιζες ήταν ίσιος!

  • ίσια

    adverb

    Nicht krumm oder gebogen; eine konstante Richtung über die vollständige Länge habend.

    Dies muss durch einen Versuch auf geradem Gleis nachgewiesen werden.

    Αυτό πρέπει να αποδειχθεί με δοκιμή σε ίσια σιδηροτροχιά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ευθύς
    • μόνο
    • ακριβώς
    • αυτή τη στιγμή, τώρα
    • ειδικά
    • ευθύς, ίσιος
    • ζυγός
    • ορθός
    • όρθιος
    • άρτιος
    • ακέραιος
    • ακριβής
    • κατευθείαν

Φράσεις παρόμοιες με "Gerade" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Gerade" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη