Μετάφραση του "Gerbung" σε Ελληνικά

Το δέψη είναι η μετάφραση του "Gerbung" σε Ελληνικά.

Gerbung
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δέψη

    Leder sind auch Spalte oder Teile der Haut, die vor oder nach der Gerbung abgetrennt wurden.

    Το έτοιμο δέρμα μπορεί να προέρχεται από δέρμα ή δορά που έχει σχισθεί σε στρώματα ή τεμαχιστεί είτε πριν είτε μετά τη δέψη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Gerbung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Gerbung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη