Μετάφραση του "Geschlechtlichkeit" σε Ελληνικά

Το σεξουαλικότητα είναι η μετάφραση του "Geschlechtlichkeit" σε Ελληνικά.

Geschlechtlichkeit

Geschlechtlichkeit (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σεξουαλικότητα

    noun feminine

    Obstetrik, Gynäkologie, Andrologie, Fortpflanzung, Geschlechtlichkeit

    Μαιευτική, γυναικολογία, ανδρολογία, αναπαραγωγή, σεξουαλικότητα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Geschlechtlichkeit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Geschlechtlichkeit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη