Μετάφραση του "Gesichtsfarbe" σε Ελληνικά

Το χρώμα είναι η μετάφραση του "Gesichtsfarbe" σε Ελληνικά.

Gesichtsfarbe noun Noun feminine γραμματική

Die Farbe des Gesichts.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρώμα

    noun neuter

    Toms Gesichtsfarbe änderte sich.

    Ο Τομ άλλαξε χρώμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Gesichtsfarbe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Gesichtsfarbe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη