Μετάφραση του "Gewichtheber" σε Ελληνικά

Το αρσιβαρίστας είναι η μετάφραση του "Gewichtheber" σε Ελληνικά.

Gewichtheber noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρσιβαρίστας

    noun

    Sportler, der bei Gewichtheberwettkämpfen antritt

    Eine ihrer Persönlichkeiten war ein russischer Gewichtheber, der das Dreifache seines Gewichts heben konnte.

    Μια προσωπικότητα, μπορεί να είναι σαν ένας ρώσος αρσιβαρίστας ο οποίος να σηκώνει 3 φορές το βάρος του σώματός του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Gewichtheber " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Gewichtheber" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη