Μετάφραση του "Giftigkeit" σε Ελληνικά

Το τοξικότητα είναι η μετάφραση του "Giftigkeit" σε Ελληνικά.

Giftigkeit noun Noun feminine γραμματική

Toxizität (fachsprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τοξικότητα

    Werden sie die fremdartigen Partikel beseitigen, ohne eine subatomare Giftigkeit zu verursachen?

    Αλλά θα απομακρύνουν τα εξωτικά σωματίδια χωρίς να προκαλέσουν υποατομική τοξικότητα;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Giftigkeit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Giftigkeit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη