Μετάφραση του "Gigantismus" σε Ελληνικά

Το γιγαντισμός είναι η μετάφραση του "Gigantismus" σε Ελληνικά.

Gigantismus noun Noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γιγαντισμός

    noun

    Alle menschlichen Erfindungen weisen erhebliche Einschränkungen auf (Flugzeuge, Schiffe, Tunnel, Türme usw.) und Gigantismus führt immer auch zur Anfälligkeit.

    Όλες οι ανθρώπινες ανακαλύψεις υφίστανται περιορισμούς λόγω μεγέθους (αεροπλάνα, πλοία, σήραγγες, πύργοι, ...) και ο γιγαντισμός είναι πάντοτε σαθρός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Gigantismus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Gigantismus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη