Μετάφραση του "Glauben" σε Ελληνικά

Οι πιστεύω, πίστη, πεποίθηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Glauben" σε Ελληνικά.

Glauben noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πιστεύω

    noun neuter

    Maria glaubt an ein Leben vor dem Tod.

    Η Μαρία πιστεύει στη ζωή μετά το θάνατο.

  • πίστη

    noun feminine

    in dem sie die Unterschiede ihres Glaubens erkundeten

    όπου εξερεύνησαν τις διαφορές στην πίστη τους

  • πεποίθηση

    noun

    Viele Jahre haben wir geglaubt, wir könnten uns an den Ressourcen... unseres Planeten uneingeschränkt bedienen, ohne Konsequenzen.

    Για χρόνια, λειτουργούσαμε με την πεποίθηση ότι αναλώνουμε τις φυσικές πηγές του πλανήτη χωρίς συνέπειες.

  • πιστός

    adjective noun

    2010 wurden arabische Anhänger des christlichen Glaubens vom islamischen Fundamentalismus direkt vor unseren Augen getötet.

    Το 2010, ο ισλαμικός φονταμενταλισμός έπληξε άραβες πιστούς του Χριστού μπροστά στα ίδια μας τα μάτια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Glauben " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

glauben verb γραμματική

wittern (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πιστεύω

    verb neuter

    an etwas glauben (Akkusativ)

    Maria glaubt an ein Leben vor dem Tod.

    Η Μαρία πιστεύει στη ζωή μετά το θάνατο.

  • νομίζω

    verb

    Melanie glaubt, dass es regnen wird.

    Η Μέλανι νομίζει ότι θα βρέξει.

  • σκέφτομαι

    verb

    Glaubst du etwa, ich will das?

    Λες να μην το σκέφτομαι αυτό;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θεωρήσει
    • θαρρώ
    • θεωρώ
    • αντιλαμβάνομαι
    • συνειδητοποιώ
    • νομίζω ότι

Εικόνες με "Glauben"

Φράσεις παρόμοιες με "Glauben" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Glauben" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη