Μετάφραση του "Gottheit" σε Ελληνικά
Οι θεός, θεά, θεότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Gottheit" σε Ελληνικά.
Göttliches Wesen. [..]
-
θεός
noun masculineDie griechischen Gottheiten werden größtenteils als sehr unmoralisch und mit menschlichen Schwächen geschildert.
Ως επί το πλείστον, οι θεοί των αρχαίων Ελλήνων παρουσιάζονται πολύ ανήθικοι και με ανθρώπινες αδυναμίες.
-
θεά
noun feminineWie die anderen Plagen war auch diese ein Strafgericht gegen die Gottheiten, die in jenem Land angebetet wurden (2Mo 12:12).
(Εξ 12:12) Ο βάτραχος ήταν το ιερό ζώο της Χεκτ, θεάς των Αιγυπτίων που απεικονιζόταν με κεφάλι βατράχου.
-
θεότητα
noun feminineυπερφυσικό ον [..]
Die betreffenden Zonen galten als der Wohnort bestimmter Gottheiten.
Αυτές οι ζώνες, ή αλλιώς «οίκοι του ουρανού», θεωρούνταν κατοικίες συγκεκριμένων θεοτήτων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Gottheit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate