Μετάφραση του "Gourmet" σε Ελληνικά

Οι γκουρμέ, καλοφαγάς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Gourmet" σε Ελληνικά.

Gourmet noun masculine γραμματική

Eine Person, die gutes Essen und guten Wein wertschätzt und die viel darüber weiß.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γκουρμέ

    Wenn du so ein Gourmet bist, warum rauchst du dann das?

    Αν είσαι τόσο γκουρμέ, γιατί το καπνίζεις αυτό;

  • καλοφαγάς

    noun masculine

    Dass du ein Gourmet bist.

    Λέει ότι είσαι αληθινός καλοφαγάς. Α ναι;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Gourmet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Gourmet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη