Μετάφραση του "Grillen" σε Ελληνικά

Οι ψησταριά, σχάρα, ψήσιμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Grillen" σε Ελληνικά.

Grillen noun γραμματική

Spinnerei (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ψησταριά

    noun feminine

    Kein Fisch wird meinen Grill je auch nur berühren.

    Καvέvα ψάρι δεv θα ακoυμπήσει τηv ψησταριά μoυ.

  • σχάρα

    noun feminine

    Mit dem Grill kann gegart, gebräunt und aufgebacken werden.

    Επίσης, μαγειρεύει, ροδίζει και ξεροψήνει τρόφιμα μέσω του συστήματος ψησίματος στη σχάρα.

  • ψήσιμο

    Grund hierfür ist, dass sich während des Grillens der Paprikaschoten keinerlei natürliche Aspekte der geografischen Umgebung im Erzeugnis niederschlagen.

    Δεν υπάρχουν πράγματι φυσικές πτυχές συνδεόμενες με το γεωγραφικό περιβάλλον οι οποίες μεταβιβάζονται στο προϊόν κατά το ψήσιμο της πιπεριάς.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Grillen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

grillen verb γραμματική

inquirieren (veraltend) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ψήνω

    verb

    Ich grille nur für ganz besondere Menschen.

    Δεν ψήνω για όλο τον κόσμο.

  • ψήνω στα κάρβουνα

    Essen, meist Fleisch oder Fisch, über glühender Kohle zubereiten.

Εικόνες με "Grillen"

Φράσεις παρόμοιες με "Grillen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • γκριλ · μάσκα · μπάρμπεκιου · σχάρα · ψησταριά
  • γρύλλος · γρύλος · τριζόνι
  • γρύλος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Grillen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη