Μετάφραση του "Grund" σε Ελληνικά

Οι λόγος, αιτία, βυθός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Grund" σε Ελληνικά.

Grund noun masculine γραμματική

Antezedens (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λόγος

    noun masculine

    Lass dir Zeit! Es besteht kein Grund zur Eile.

    Με το πάσο σου. Δεν υπάρχει κανένας λόγος για βιασύνη.

  • αιτία

    noun feminine

    Und der Grund, warum man jetzt etwas von mir erwartet, bist du.

    Κι αν κάποιος περιμένει κάτι από εμένα, η αιτία είσαι εσύ.

  • βυθός

    noun masculine

    Als der Wurm hier lebte, lag die ganze Wüste auf dem Grund eines Meeres.

    Ξέρετε, όταν αυτό το σκουλήκι ήταν ζωντανό, όλη αυτή η έρημος ήταν ο βυθός μίας μεγάλης θάλασσας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πυθμένας
    • γη
    • αίτιο
    • υπόβαθρο
    • πάτος
    • κοίτη
    • υπόστρωμα
    • βάθος
    • υπέρεισμα
    • βασικός
    • βάση
    • έδαφος
    • χώμα
    • γαία
    • δικαιολογία
    • υφήλιος
    • κώλος
    • υδρόγειος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Grund " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Grund"

Φράσεις παρόμοιες με "Grund" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Grund" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη