Μετάφραση του "Gutshof" σε Ελληνικά

Οι αγρόκτημα, κτήμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Gutshof" σε Ελληνικά.

Gutshof
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγρόκτημα

    noun neuter

    Er war inzwischen an Jahren vorgerückt und kränklich, weshalb er die Wintermonate auf dem Gutshof Chanélaz verbrachte.

    Ήταν μεγάλος σε ηλικία και ασθενικός, γι’ αυτό δαπανούσε τους μήνες του χειμώνα στο αγρόκτημα.

  • κτήμα

    noun

    Nichts gegen Kansas, aber das Leben auf Vaters Gutshof...

    Δεν θέλω να πω κάτι εναντίον του Κάνσας, αλλά η ζωή στο κτήμα του πατέρα μου...

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Gutshof " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Gutshof" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη