Μετάφραση του "Gyroskop" σε Ελληνικά

Το γυροσκόπιο είναι η μετάφραση του "Gyroskop" σε Ελληνικά.

Gyroskop noun neuter γραμματική

Messgerät für den Nachweis der Achsendrehung der Erde [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γυροσκόπιο

    noun neuter

    Hör auf zu sterben und repariere mein Gyroskop.

    Σταμάτα να πεθαίνεις και φτιάξε το γυροσκόπιο μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Gyroskop " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Gyroskop"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Gyroskop" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη