Μετάφραση του "Haben" σε Ελληνικά

Οι πίστωση, έχω, έχει είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Haben" σε Ελληνικά.

Haben noun neuter γραμματική

von Gedanken, Ideen, Ambitionen, Zweigen etc.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πίστωση

    noun

    Zu Urkund dessen haben die unterzeichneten Bevollmächtigten dieses Abkommen unterschrieben.

    Σε πίστωση των ανωτέρω, οι υπογράφοντες πληρεξούσιοι έθεσαν την υπογραφή τους κάτω από την παρούσα συμφωνία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Haben " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

haben verb γραμματική

(über etwas) verfügen [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • έχω

    verb

    Das Gericht hatte nicht genügend Beweise, um ihn zu verurteilen.

    Tο δικαστήριο δεν είχε επαρκή στοιχεία για να τον καταδικάσει.

  • έχει

    verb

    Das Gericht hatte nicht genügend Beweise, um ihn zu verurteilen.

    Tο δικαστήριο δεν είχε επαρκή στοιχεία για να τον καταδικάσει.

  • φέρω

    verb

    Tom hat Mary ein Geschenk mitgebracht.

    Ο Τομ έφερε ένα δώρο στη Μαίρη.

  • κάνω

    verb

    Wenn du eine Frage hast, hebe bitte die rechte Hand.

    Αν θέλετε να κάνετε ερώτηση, παρακαλώ σηκώστε το δεξί σας χέρι.

Εικόνες με "Haben"

Φράσεις παρόμοιες με "Haben" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Haben" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη