Μετάφραση του "Habsucht" σε Ελληνικά
Οι απληστία, πλεονεξία, ταμάχι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Habsucht" σε Ελληνικά.
Habsucht
noun
feminine
γραμματική
Maßloses Verlangen nach Besitztümern und Reichtum.
-
απληστία
noun feminineBald wird die alte Welt samt ihrer Habsucht verschwinden.
Αυτός ο παλιός κόσμος και η απληστία του γρήγορα θα παρέλθει.
-
πλεονεξία
nounMit der Hilfe des heiligen Geistes kann jede Habsucht überwunden werden.
Κι ακόμη, το άγιο πνεύμα είναι ένα έξοχο μέσο που θανατώνει την πλεονεξία!
-
ταμάχι
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Habsucht " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη