Μετάφραση του "Hafen" σε Ελληνικά
Οι λιμάνι, λιμένας, επίνειο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Hafen" σε Ελληνικά.
Hafen
noun
masculine
γραμματική
Port (fachsprachlich) [..]
-
λιμάνι
noun neuterOrt an einer Küste oder einem Ufer, wo Schiffe anlegen können
Wir sahen viele Schiffe im Hafen.
Είδαμε πολλά πλοία στο λιμάνι.
-
λιμένας
noun masculine– Die Tätigkeiten des Ladungsumschlags sind in manchen Häfen bereits dem Wettbewerb ausgesetzt.
– Οι υπηρεσίες διακίνησης φορτίων είναι ήδη εκτεθειμένες σε ανταγωνιστικές πιέσεις σε ορισμένους λιμένες.
-
επίνειο
NounDasselbe lässt sich über den anderen Hafen von Korinth sagen — Lechaion, am westlichen Ende des Isthmus.
Το ίδιο αληθεύει και για το άλλο επίνειο της Κορίνθου, το λιμάνι του Λεχαίου, στη δυτική πλευρά του ισθμού.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καταφύγιο
- αγγείο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Hafen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Hafen"
Φράσεις παρόμοιες με "Hafen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
στην περιοχή του λιμανιού
-
λιμενικός
-
λιμάνι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη