Μετάφραση του "Haft" σε Ελληνικά

Οι φυλάκιση, κάθειρξη, κράτηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Haft" σε Ελληνικά.

Haft noun Noun feminine γραμματική

Freiheitsentziehung (fachsprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυλάκιση

    noun feminine

    Etwa 20 Zeitungen wurden geschlossen, und drei Oppositionspolitiker wurden zu mehreren Jahren Haft verurteilt.

    Έκλεισαν σχεδόν 20 εφημερίδες, ενώ τρεις πολιτικοί της αντιπολίτευσης καταδικάστηκαν σε πολυετή φυλάκιση.

  • κάθειρξη

    noun feminine

    Zweimal sei er zu lebenslanger Haft verurteilt worden.

    Είχε δε καταδικαστεί δύο φορές σε ισόβια κάθειρξη.

  • κράτηση

    noun

    Niemand darf willkürlich festgenommen oder in Haft gehalten werden.

    Κανείς δεν υποβάλλεται σε αυθαίρετη σύλληψη ή κράτηση.

  • προσωποκράτηση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Haft " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Haft" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Haft" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη