Μετάφραση του "Halskette" σε Ελληνικά

Οι κολιέ, περιδέραιο, περιλαίμιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Halskette" σε Ελληνικά.

Halskette noun feminine γραμματική

Ein Schmuckstück, dass man um den Hals trägt.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κολιέ

    noun neuter

    Ein Schmuckstück, dass man um den Hals trägt.

    Wer immer mir diese Halskette gegeben hat, muss mich geliebt haben.

    Όποιος μου έδωσε αυτό το κολιέ πρέπει να μ'αγαπούσε.

  • περιδέραιο

    noun neuter

    Das wäre nie passiert, wenn ich meine Halskette gehabt hätte.

    Δεν θα συνέβαινε αν φορούσα το περιδέραιο μου.

  • περιλαίμιο

  • χάντρες

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Halskette " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Halskette"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Halskette" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη