Μετάφραση του "Handarbeit" σε Ελληνικά

Οι χειροτεχνία, εργόχειρο, χειροποίητο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Handarbeit" σε Ελληνικά.

Handarbeit noun Noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • χειροτεχνία

    noun feminine

    κέντημα αργαλειός κτλ

    Einschlägige Literatur über Handarbeiten findet man in den meisten Büchereien.

    Όσο για βιβλία οδηγιών, οι περισσότερες βιβλιοθήκες έχουν μια καλή συλλογή βιβλίων για χειροτεχνία.

  • εργόχειρο

    noun

    Manche Hobbys helfen einem, wertvolle Fertigkeiten zu erlangen, beispielsweise Handarbeiten, Schneidern oder Kochen.

    Μερικά χόμπι σε βοηθούν να αναπτύξεις πολύτιμες ικανότητες, όπως την ικανότητα να φτιάχνεις εργόχειρα, να ράβεις ρούχα ή να καλλιεργείς την τέχνη της μαγειρικής.

  • χειροποίητο

    Heute findet man jedoch meistens einen Aufkleber, eine Marke oder einen Stempel, der anzeigt, daß der Artikel nicht in Handarbeit, sondern serienmäßig produziert wurde.

    Σήμερα, όμως, πιθανότατα θα βρείτε ένα αυτοκόλλητο ή μια σφραγίδα που δείχνει ότι το αντικείμενο είναι μαζικής παραγωγής, όχι χειροποίητο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χειροτέχνημα
    • χειρωνακτική εργασία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Handarbeit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Handarbeit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη