Μετάφραση του "Handeln" σε Ελληνικά

Οι δράση, κίνηση, παζάρεμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Handeln" σε Ελληνικά.

Handeln noun γραμματική

Tun und Lassen (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δράση

    noun feminine

    was man tun und durchführen kann

    Jetzt ist es Zeit, zu handeln.

    Τώρα είναι ώρα για δράση.

  • κίνηση

    noun

    Sie dachten, dass sein Handeln eine taktische Vorgehensweise war,... um Drogenhändler in die Falle zu locken.

    Πίστεψαν ότι η πρωτοβουλία του ήταν κίνηση τακτικής για να πιάσουν τους διακινητές ναρκωτικών.

  • παζάρεμα

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παζάρι
    • πράξη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Handeln " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

handeln verb γραμματική

umgehen (mit) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενεργώ

    verb

    Zugegeben, es ist für einen ärgerlichen Menschen nicht leicht, so zu handeln.

    Πράγματι, δεν είναι εύκολο για οργισμένα άτομα να ενεργούν μ’ αυτόν τον τρόπο.

  • διαπραγματεύομαι

    verb

    Zuerst laufen sie weg, wehren sich und dann wollen sie handeln.

    Πρώτα το σκάνε, μετά παλεύουν και μετά διαπραγματεύονται.

  • δρω

    verb

    Sie denken, sie handeln rational, aber dafür gibt es keine Beweise.

    Οι " μεγάλοι " πιστεύουν πως θα δράσουν λογικά, αλλά δεν το νομίζω.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εμπορεύομαι
    • εμπορεύομαι | κάνω εμπόριο
    • κάνω παζάρια
    • παζαρεύω
    • πράξη
    • πρόκειται
    • πραγματεύομαι
    • πράττω

Φράσεις παρόμοιες με "Handeln" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Handeln" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη