Μετάφραση του "Handlung" σε Ελληνικά

Οι πράξη, δράση, ενέργεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Handlung" σε Ελληνικά.

Handlung noun Noun feminine γραμματική

Handlung einer epischen od. dramatischen Dichtung, eines Films o.Ä

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πράξη

    noun feminine

    Ein gerichtliches Verfahren verlangt aber eine Handlung der Kommission, die vor dem Gemeinschaftsrichter anfechtbar ist.

    Όμως, για να υπάρξει δίκη, χρειάζεται πράξη της Επιτροπής δεκτική προσφυγής ενώπιον του κοινοτικού δικαστή.

  • δράση

    noun feminine

    Es ist vor allem eine gemeinsame Verantwortung, die gemeinsame Handlungen erfordert.

    Η κοινή ευθύνη είναι αυτή που πάνω απ' όλα απαιτεί συλλογική δράση.

  • ενέργεια

    noun feminine

    Sie haben jede Handlung zu unterlassen, die mit ihren Aufgaben unvereinbar ist.

    Απέχουν από κάθε ενέργεια ασυμβίβαστη με τα καθήκοντά τους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πλοκή
    • υπόθεση
    • διάταγμα
    • ανθρώπινη ενέργεια
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Handlung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Handlung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Handlung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη