Μετάφραση του "Hass" σε Ελληνικά
Οι μίσος, έχθρα, απέχθεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Hass" σε Ελληνικά.
Hass
noun
masculine
γραμματική
Ein Gefühl der starken Abneigung, Ablehnung oder Feindseligkeit. [..]
-
μίσος
noun neuterstarke Emotion der Ablehnung [..]
Böse, grausam, beherrscht von Hass, konnte niemals abgeschreckt werden.
Μοχθηρή, σκληρή, διακατέχεται από ένα μίσος που είναι άγνωστο από πού πηγάζ ει.
-
έχθρα
noun feminineWir sollten unseren Hass und unsere Gebietsansprüche hier unten lassen.
Οχι να αυξάνωμε την έχθρα μας και τα σύνορά μας.
-
απέχθεια
noun feminineDen anderen mochte ich nicht, aber Sie hasse ich!
Δεν μου άρεσε ο άλλος, αλλά μαζί σας πραγματικά έχω απέχθεια.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εχθρότητα
- βδελυγμία
- δυσανασχέτιση
- θυμός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Hass " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Hass" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έχθρα · μίσος
-
σας μισώ · σε μισώ
-
παθολογικό μίσος
-
απέχθεια · απεχθάνομαι · εχθρεύομαι · μίσος · μισήσει · μισώ
-
να μετατραπεί σε μίσος
-
σας μισώ · σε μισώ
-
σας μισώ · σε μισώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη