Μετάφραση του "Hauptberuf" σε Ελληνικά

Το κύριο επάγγελμα είναι η μετάφραση του "Hauptberuf" σε Ελληνικά.

Hauptberuf noun masculine
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κύριο επάγγελμα

    Für die Ausübung eines Hauptberufs müssen die Betreffenden im Besitz eines Meisterbriefs oder eines Hochschulabschlusses als Ingenieur im entsprechenden Zweig sein.

    Για να ασκήσουν κύριο επάγγελμα, οι βιοτέχνες θα πρέπει να κατέχουν επαγγελματικό πτυχίο ή πανεπιστημιακό τίτλο μηχανικού στον αντίστοιχο κλάδο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Hauptberuf " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Hauptberuf" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη