Μετάφραση του "Hautpore" σε Ελληνικά
Το πόρος είναι η μετάφραση του "Hautpore" σε Ελληνικά.
Hautpore
Kleine Öffnung in der Haut.
-
πόρος
noun masculineKleine Öffnung in der Haut.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Hautpore " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη