Μετάφραση του "Hegemonie" σε Ελληνικά

Το ηγεμονία είναι η μετάφραση του "Hegemonie" σε Ελληνικά.

Hegemonie noun Noun feminine γραμματική

Die Dominanz einer Gruppe, üblicherweise einer Nation, über andere Gruppen.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ηγεμονία

    noun

    Die Dominanz einer Gruppe, üblicherweise einer Nation, über andere Gruppen.

    das die katholische intellektuelle Hegemonie in Europa durchsetzen würde.

    την πνευματική ηγεμονία των Καθολικών σε ολόκληρη την Ευρώπη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Hegemonie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

hegemonie
+ Προσθήκη

"hegemonie" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το hegemonie στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Hegemonie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη