Μετάφραση του "Heiligkeit" σε Ελληνικά
Οι αγιότητα, αγιοσύνη, ιερότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Heiligkeit" σε Ελληνικά.
Heiligkeit
noun
Noun
feminine
γραμματική
-
αγιότητα
noun feminineWarum ist die Heiligkeit für jeden von uns so wichtig?
Γιατί είναι η αγιότητα ουσιώδης για όλους εμάς;
-
αγιοσύνη
noun feminineMitgefühl kann nicht auf Heiligkeit reduziert werden, ebenso wenig wie es auf Mitleid reduziert werden kann.
Η συμπόνια δεν μπορεί να ελαττωθεί σε αγιοσύνη περισσότερο απ ́ ότι μπορεί να ελαττωθεί σε οίκτο.
-
ιερότητα
Weißt du, es ist nicht nur, dass du die Heiligkeit unserer Freundschaft verletzt hast.
Δεν είναι ότι παραβίασες την ιερότητα της φιλίας μας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Heiligkeit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη