Μετάφραση του "Heiserkeit" σε Ελληνικά

Το βραχνάδα είναι η μετάφραση του "Heiserkeit" σε Ελληνικά.

Heiserkeit noun feminine

Raucitas (fachsprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βραχνάδα

    Chronische Heiserkeit... ist ein Symptom für eine Krankheit namens stille Thyreoiditis.

    Η χρόνια βραχνάδα είναι σύμπτωμα μια πάθησης που ονομάζεται ανώδυνη θυεροειδίτιδα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Heiserkeit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Heiserkeit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη