Μετάφραση του "Helikopter" σε Ελληνικά

Το ελικόπτερο είναι η μετάφραση του "Helikopter" σε Ελληνικά.

Helikopter noun masculine γραμματική

Heli (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ελικόπτερο

    noun neuter

    Ich bin gerade hierher gekommen und der Helikopter stand in Flammen.

    Όταν έφτασα το ελικόπτερο είχε ήδη πιάσει φωτιά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Helikopter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Helikopter"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Helikopter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη