Μετάφραση του "Hemmung" σε Ελληνικά

Οι ανάσχεση, αναστολή, αναχαίτιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Hemmung" σε Ελληνικά.

Hemmung noun Noun feminine γραμματική

Stolperstein (fig.)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανάσχεση

    Noun
  • αναστολή

    noun feminine

    Für einen anderen Zweck als die Hemmung der Vermehrung von Mikroorganismen im Erzeugnis.

    Για σκοπούς εκτός από την αναστολή ανάπτυξης μικροοργανισμών στο προϊόν.

  • αναχαίτιση

    noun

    Zweckbestimmung und Art der Wirkung, z. B. Anlockung, Tötung, Hemmung

    Λειτουργία και τρόπος καταπολέμησης π,χ. προσέλκυση, εξόντωση, αναχαίτιση

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δισταγμός
    • παρεμπόδιση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Hemmung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Hemmung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Hemmung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη