Μετάφραση του "Hermaphrodit" σε Ελληνικά

Οι ερμαφρόδιτος, Ερμαφρόδιτος οργανισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Hermaphrodit" σε Ελληνικά.

Hermaphrodit noun masculine γραμματική

Person mit nicht eindeutig männlichen oder weiblichen Geschlechtsmerkmalen.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ερμαφρόδιτος

    noun

    Willst du das ich " Hermaphrodit " probiere?

    Θες να δοκιμάσω το " ερμαφρόδιτος ";

  • Ερμαφρόδιτος οργανισμός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Hermaphrodit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Hermaphrodit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη