Μετάφραση του "Hochsommer" σε Ελληνικά

Οι καλοκαίρι, κατακαλόκαιρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Hochsommer" σε Ελληνικά.

Hochsommer noun masculine γραμματική

Heißeste Zeit des Jahres; die Zeit zwischen Frühsommer und Spätsommer. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλοκαίρι

    noun neuter

    Ein Feuer im Schlafzimmer, und das im Hochsommer, Hastings?

    Αναμμένο τζάκι μέσα στο καλοκαίρι, Χέιστινγκς;

  • κατακαλόκαιρο

    Doc, wie verklemmt muss eine Frau sein, die mitten im Hochsommer

    Γιατρέ, φοράει ζιβάγκο μέσα στο κατακαλόκαιρο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Hochsommer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Hochsommer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη