Μετάφραση του "Homosexuelle" σε Ελληνικά

Οι ομοιοφιλόφιλος, ομοφυλόφιλος, λεσβία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Homosexuelle" σε Ελληνικά.

Homosexuelle noun Noun masculine feminine γραμματική

Lesbe (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ομοιοφιλόφιλος

  • ομοφυλόφιλος

    adjective masculine

    Für mich als Homosexuellen ist es sehr schwierig, auf die spezielle Einbeziehung der Homophobie zu verzichten.

    Είναι εξαιρετικά δύσκολο για εμένα που είμαι ομοφυλόφιλος να μην επιθυμώ να συμπεριλάβω ιδίως την ομοφοβία.

  • λεσβία

    noun feminine

    Aber wenn man... lesbisch oder homosexuell ist, lieben sich stattdessen zwei Frauen.

    Αν είσαι λεσβία ή ομοφυλόφιλη σ'αρέσουν άλλες γυναίκες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ομοφυλόφυλη
    • ομοφυλόφυλος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Homosexuelle " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Homosexuelle" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αδερφή · κίναιδος · λεσβία · ομοφυλοφιλικός · ομοφυλόφιλη · ομοφυλόφιλος · ομοφυλόφυλη · ομοφυλόφυλος · πούστης
  • λεσβία · ομοιοφιλόφιλος · ομοφυλόφιλος · ομοφυλόφυλη · ομοφυλόφυλος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Homosexuelle" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη