Μετάφραση του "Horn" σε Ελληνικά

Οι κέρατο, κερατίνη, κέρας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Horn" σε Ελληνικά.

Horn noun proper masculine neuter γραμματική

Tröte (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κέρατο

    noun neuter

    Auswuchs am Kopf der Hornträger und der Nashörner [..]

    Und was den Bock betrifft, da war ein auffälliges Horn zwischen seinen Augen.

    Και ο τράγος είχε ένα περίβλεπτο κέρατο ανάμεσα στα μάτια του.

  • κερατίνη

    noun feminine
  • κέρας

    noun neuter

    Könnten wir das Boot nur aufhalten und die Hörner zurückholen.

    Αν μπορούσαμε να σταματήσουμε το πλοίο και να παίρναμε αυτά τα κέρατα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σάλπιγγα
    • κόρνο
    • γαλλικό κόρνο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Horn " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Horn"

Φράσεις παρόμοιες με "Horn" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Horn" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη