Μετάφραση του "Humor" σε Ελληνικά

Οι χιούμορ, πνεύμα, Χιουμοριστικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Humor" σε Ελληνικά.

Humor noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • χιούμορ

    noun neuter

    Tendenz, auf eine bestimmte Situation heiter zu reagieren

    Er hat Sinn für Humor.

    Αυτός έχει αίσθηση του χιούμορ.

  • πνεύμα

    noun neuter
  • Χιουμοριστικό

  • το χιούμορ

    Er hat Sinn für Humor.

    Αυτός έχει αίσθηση του χιούμορ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Humor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Humor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Humor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη