Μετάφραση του "Hupen" σε Ελληνικά

Οι κορνάρισμα, κορνάρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Hupen" σε Ελληνικά.

Hupen noun

Titten (derb)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κορνάρισμα

    Noun

    Ein Hupen von einem fettigen, pickligen Kerl, der in einem dicken Gebrauchtwagen sitzt.

    Ενα κορνάρισμα από ένα λιπαρό, γεμάτο σπυράκια νεανικό πρόσωπο που κάθεται στο τιμόνι ενός μεγάλου, από δεύτερο χέρι αμαξιού.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Hupen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

hupen verb γραμματική

Mit der Autohupe ein Geräusch erzeugen.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κορνάρω

    Verb

    Ehemann, wenn ich hupe, dann bremst du gefälligst.

    Σύζυγε άνδρα, όταν κορνάρω, πατάς φρένο.

Φράσεις παρόμοιες με "Hupen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κέρατο
  • κέρατο · κλάξον · κόρνα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Hupen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη