Μετάφραση του "Hutmacher" σε Ελληνικά

Οι καπελάς, πιλοποιός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Hutmacher" σε Ελληνικά.

Hutmacher Noun masculine γραμματική

Jemand, dessen Beruf es ist Hüte herzustellen und zu verkaufen.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καπελάς

    noun

    Ich war seiner Zeit der Hutmacher der Weißen Königin.

    Ήμουν ο καπελάς για τη Λευκή Βασίλισσα.

  • πιλοποιός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Hutmacher " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Hutmacher" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη