Μετάφραση του "Ikterus" σε Ελληνικά

Οι ίκτερος, χρυσή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ikterus" σε Ελληνικά.

Ikterus noun masculine γραμματική

Ikterus (fachsprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ίκτερος

    noun masculine

    Anstieg der Gallenfarbstofe im Blut

    Falls ein Ikterus auftritt, muss das Arzneimittel abgesetzt werden

    Εάν εμφανισθεί ίκτερος, η χορήγηση του φαρμάκου θα πρέπει να διακόπτεται

  • χρυσή

    adjective feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ikterus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ikterus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη