Μετάφραση του "Impfstoff" σε Ελληνικά
Οι εμβόλιο, Εμβόλιο, μπόλι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Impfstoff" σε Ελληνικά.
Impfstoff
noun
masculine
γραμματική
Vakzine (fachsprachlich)
-
εμβόλιο
noun neuterDer Impfstoff bringt auf dem Schwarzmarkt einen hohen Preis.
Τα εμβόλια πιάνουν καλή τιμή στη μαύρη αγορά.
-
Εμβόλιο
Mittel zur Immunisierung
Optaflu Injektionssuspension in einer Fertigspritze Influenza-Impfstoff (Oberflächenantigen, inaktiviert, in Zellkultur hergestellt) (Saison
Optaflu ενέσιμο εναιώρημα σε προγεμισμένη σύριγγα Εμβόλιο γρίπης (επιφανειακό αντιγόνο, αδρανοποιημένο, παρασκευασμένο σε καλλιέργειες κυττάρων) (περίοδος
-
μπόλι
Noun -
εμβόλια
Der Impfstoff bringt auf dem Schwarzmarkt einen hohen Preis.
Τα εμβόλια πιάνουν καλή τιμή στη μαύρη αγορά.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Impfstoff " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Impfstoff"
Φράσεις παρόμοιες με "Impfstoff" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Εμβόλιο για την κροτωγενή εγκεφαλίτιδα
-
βακτηριακό εμβόλιο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη