Μετάφραση του "Import" σε Ελληνικά
Το εισαγωγή είναι η μετάφραση του "Import" σε Ελληνικά.
Import
noun
Noun
masculine
γραμματική
-
εισαγωγή
noun feminineim internationalen Handel Bezeichnung für Einfuhr von Waren und Dienstleistungen, die ihren ständigen Sitz außerhalb des jeweiligen Landes haben
Die Wärmeerzeugung mit Hilfe von Brennstoffen hätte den Import von Öl oder Kohle erfordert.
Για να γίνη αυτό με καύσιμη ύλη απολιθωμάτων, θ’ απαιτείτο εισαγωγή πετρελαίου ή άνθρακος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Import " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Import" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πλήρης εισαγωγή
-
έμμεση εισαγωγή
-
Τμηματική εισαγωγή στο διακομιστή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη