Μετάφραση του "Import" σε Ελληνικά

Το εισαγωγή είναι η μετάφραση του "Import" σε Ελληνικά.

Import noun Noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εισαγωγή

    noun feminine

    im internationalen Handel Bezeichnung für Einfuhr von Waren und Dienstleistungen, die ihren ständigen Sitz außerhalb des jeweiligen Landes haben

    Die Wärmeerzeugung mit Hilfe von Brennstoffen hätte den Import von Öl oder Kohle erfordert.

    Για να γίνη αυτό με καύσιμη ύλη απολιθωμάτων, θ’ απαιτείτο εισαγωγή πετρελαίου ή άνθρακος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Import " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Import" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Import" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη