Μετάφραση του "Inbegriff" σε Ελληνικά
Οι προσωποποίηση, ενσάρκωση, προσωποιποίηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Inbegriff" σε Ελληνικά.
Inbegriff
noun
masculine
γραμματική
sehr gutes Beispiel (für)
-
προσωποποίηση
nounMose 9:4). Die Kanaaniter waren der Inbegriff des Lasters.
(Δευτερονόμιον 9:4) Οι Χαναναίοι αποτελούσαν την προσωποποίηση της φαυλότητας.
-
ενσάρκωση
noun feminineWow. Sie ist ein wunderschöner Inbegriff jugendlicher Sexualität.
Πω, πω. Αποτελεί μια τρομερή ενσάρκωση της νεανικής σεξουαλικότητας.
-
προσωποιποίηση
η προσωποποίηση της ηλιθιότητας
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σύνολο
- πεμπτουσία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Inbegriff " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Inbegriff" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
η προσωποποίηση του_της
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη