Μετάφραση του "Indol" σε Ελληνικά

Το ινδόλιο είναι η μετάφραση του "Indol" σε Ελληνικά.

Indol Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ινδόλιο

    Bei 5-(2-Aminopropyl)indol handelt es sich um ein synthetisches Derivat von Indol, das auf der Seite des Phenyls vom Indolring substituiert wurde.

    Το 5-(2-αμινοπροπυλ)ινδόλιο είναι συνθετικό παράγωγο του ινδολίου, το οποίο φέρει υποκαταστάτη στο φαινύλιο του ινδολικού δακτυλίου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Indol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Indol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη