Μετάφραση του "Infinitiv" σε Ελληνικά
Οι απαρέμφατο, Απαρέμφατο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Infinitiv" σε Ελληνικά.
Infinitiv
noun
Noun
masculine
neuter
γραμματική
Nennform (eines Verbs) [..]
-
απαρέμφατο
noun neuterIn dem Wort „kosakola“ bezeichnet die Vorsilbe „ko“ den Infinitiv.
Στη λέξι «κοσακόλα» (κηρύττειν) το πρόθεμα «κο» είναι το ανάλογο της καταλήξεως—ειν στο ελληνικό απαρέμφατο.
-
Απαρέμφατο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Infinitiv " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Infinitiv" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αυτό με κάνει να · αυτό με κάνει να θέλω | με κάνει να
-
πρόκειτε να
-
είμαι ικανός να · είμαι σε θέση να
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη