Μετάφραση του "Infinitiv" σε Ελληνικά

Οι απαρέμφατο, Απαρέμφατο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Infinitiv" σε Ελληνικά.

Infinitiv noun Noun masculine neuter γραμματική

Nennform (eines Verbs) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απαρέμφατο

    noun neuter

    In dem Wort „kosakola“ bezeichnet die Vorsilbe „ko“ den Infinitiv.

    Στη λέξι «κοσακόλα» (κηρύττειν) το πρόθεμα «κο» είναι το ανάλογο της καταλήξεως—ειν στο ελληνικό απαρέμφατο.

  • Απαρέμφατο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Infinitiv " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Infinitiv" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Infinitiv" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη