Μετάφραση του "Initiierung" σε Ελληνικά

Το δρομολόγηση είναι η μετάφραση του "Initiierung" σε Ελληνικά.

Initiierung noun Noun feminine γραμματική

Initiierung (fachsprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δρομολόγηση

    Die Kommission hat die Umsiedlung durch die Initiierung und Steuerung des Pilotprojekts stark unterstützt.

    Η Επιτροπή υποστηρίζει ενεργά τη μετεγκατάσταση με τη δρομολόγηση και την εκτέλεση του πιλοτικού σχεδίου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Initiierung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Initiierung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη