Μετάφραση του "Initiierung" σε Ελληνικά
Το δρομολόγηση είναι η μετάφραση του "Initiierung" σε Ελληνικά.
Initiierung
noun
Noun
feminine
γραμματική
Initiierung (fachsprachlich)
-
δρομολόγηση
Die Kommission hat die Umsiedlung durch die Initiierung und Steuerung des Pilotprojekts stark unterstützt.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ενεργά τη μετεγκατάσταση με τη δρομολόγηση και την εκτέλεση του πιλοτικού σχεδίου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Initiierung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη