Μετάφραση του "Inkasso" σε Ελληνικά
Το είσπραξη είναι η μετάφραση του "Inkasso" σε Ελληνικά.
Inkasso
noun
neuter
-
είσπραξη
In dieser Funktion übernehmen sie die Auftragsabwicklung, die Rechnungsstellung und das Inkasso.
Στην περίπτωση αυτή, φροντίζουν για την εκτέλεση των παραγγελιών, την τιμολόγηση και την είσπραξη των πληρωμών.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Inkasso " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη